26.6.11

Πέτρος και Νίκη, ep. 1


Τα χρόνια της αθωότητας

Ο Πέτρος ήταν ένα οχτάχρονο αγοράκι, με μελαχρινές μπούκλες, πράσινα μάτια κι ένα χαμόγελο ικανό να κάνει και τους πιο απαισιόδοξους να χαμογελάσουν. Έμενε με τους γονείς του και τη γιαγιά του σε μια μικρή μονοκατοικία στο Κουκάκι, κοντά στο λόφο του Φιλοπάππου και τη Διονύσου Αρεοπαγίτου.. Δεν ήταν ούτε πλούσιοι, ούτε φτωχοί, αλλά είχαν αρκετά για να θρέψουν μια οικογένεια. Η γιαγιά του είχε χάσει τον άντρα της και για να μη μένει μόνη της, νοίκιασε το διαμέρισμά της στα Πετράλωνα και ήρθε να μείνει μαζί τους. Η μονοκατοικία μπορεί να ήταν μικρή, αλλά είχε μια μεγάλη αυλή στο πίσω μέρος της κι όποτε μπορούσε, καλούσε τους φίλους του για να παίξουν εκεί ή για να ψήσουν μπάρμπεκιου, με τους γονείς τους πάντα. Ο Πέτρος είχε και μια φίλη, τη Νίκη.
Η Νίκη ήταν μια εφτάχρονη κοπελίτσα, με μακριά ξανθά μαλιά, που συνήθιζε να τα πιάνει πλεξούδα, λευκό δέρμα, γαλάζια μάτια και φακίδες. Οι γονείς της, ήταν σχετικά εύποροι κι έμεναν σε μια τριόροφη μονοκατοικία στην Πλάκα. Ο παππούς και η γιαγιά της Νίκης ήταν μια εκ των ισχυρών οικογένειων της κοινότητας των ελλήνων της Αυστραλίας και παρέμειναν εκεί παρόλο που ο γιός τους επέστρεψε Ελλάδα και γνώρισε μια πανέμορφη κοπέλα απ'το Κολωνάκι. Παντρεύτηκαν, έκαναν τη Νίκη και παρέμειναν στην Ελλάδα. Οι γονείς της Νίκης αν και αρκετά σνομπ, ήθελαν το καλύτερο για την κόρη τους και την άφηναν να παίζει με τον Πέτρο. Όταν γνώρισαν τον Πέτρο, αρχικά σκέφτηκαν "που πάει η κόρη μας και παίζει μ'αυτόν? αυτοί είναι μικροαστοί, καμιά σχέση με εμάς". Ήθελαν να κάνουν παρέα με νεόπλουτους σνομπ απ'το Κολωνάκι, την Εκάλη. Αλλά εκείνο το χαμόγελο του Πέτρου, τους έκανε να αλλάξουν γνώμη. Κι έτσι ο Πέτρος με τη Νίκη έπαιζαν σχεδόν κάθε μέρα στην αυλή του Πέτρου. Καμιά φορά πήγαινε και ο Πέτρος στο σπίτη της Νίκης, παρόλο που δεν είχε αυλή, για να καθίσουν στο -μεγάλο- δωμάτιο της και παίζοντας κάποιο απ'τα πολλά παιχνίδια.
Μια δυνατή φιλία άρχισε να γεννιέται και στα πρόσωπά τους έβλεπες μια παιδική αθωότητα, ικανή να κρατήσει για πάντα, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ο Πέτρος έβλεπε στο πρόσωπο της Νίκης την αδερφή που θα ήθελε να έχει και η Νίκη το ίδιο στο πρόσωπο του Πέτρου. Τους συνδέε ένας ισχυρός δεσμός, αδερφικός κι ας μην είχαν καμιά συγένεια. Όλοι έλεγαν ότι είναι τα πιό όμορφα παιδιά της γειτονιάς, οι πιο πλούσιοι όμως τους κοίταγαν με μισό μάτι, καθώς εκείνη ντυνόταν πάντα με ακριβά ρούχα ή λευκά δαντελωτά φορεματάκια, που της αγόραζαν οι γονείς της κι εκείνος με φτηνές φόρμες από μαγαζιά με παιδικά ρούχα. Δεν τους ένοιαζε όμως, καθώς όσο ήταν μαζί, πέρναγαν πολύ καλά, παίζοντας, τρέχοντας και γελώντας. Όταν χαιρόταν ο ένας, χαιρόταν και ο άλλος, όταν στεναχωριόταν ο ένας, στεναχωριόταν και ο άλλος. Όταν χαμογελούσε ο Πέτρος, η Νίκη ζαλιζόταν. Ένιωθε τη γη να χάνεται κάτω απ'τα πόδια της και ένα ρίγος διέσχιζε το σώμα της. Ο Πέτρος αρχικά δεν το καταλάβαινε, μετά όμως της έλεγε, κάθε φορά που την έβλεπε να τρέμει, "αδερφούλα μου, τρέμεις γιατί νιώθεις το χαμόγελό μου" κι εκείνη του χαμογελούσε και του έδινε ένα φιλί στο μέτωπό του.
Το καλοκαίρι άρχισε να ξεθωριάζεται και μια νέα σχολική χρονιά αρχίζει. Εκείνος πηγαίνει στο τοπικό δημοτικό, στο Κουκάκι κι εκείνη σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο στο Ψυχικό. Κανόνισαν όμως να βλέπουν ο ένας τον άλλον κάθε Σάββατο, είτε στην αυλή του σπιτιού του Πέτρου, είτε στης Νίκης. Αυτό συνεχιζόταν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, όπου πλέον, έβγαιναν και πάλι κάθε μέρα. Εκείνος ήταν πλέον εννέα χρονών κι εκείνη οχτώ. Τα καθημερινά τους "ραντεβού", έχουν γίνει συνήθεια πλέον, μέχρι που μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα του Ιούλη, ενώ ο Πέτρος την περίμενε στην εξώπορτα του σπιτιού της, με ένα χαμόγελο και μια χαρά μέσα του, η Νίκη εμφανίστηκε ταραγμένη και στεναχωριμένη. Το χαμόγελο του Πέτρου σβήστηκε μεμιάς, ένιωθε ότι δε θα τη βοηθήσει να χαμογελάσει κι έτρεξε να τη ρωτήσει τι έγινε.
- Νίκη, τι έγινε και είσαι έτσι? Σε μάλωσε η μαμά?
- Όχι Πέτρο, απλά πρέπει να σταματήσουμε να παίζουμε. Δε θέλω, αλλά πρέπει.
- Δε σου αρέσει να παίζουμε? Τι έγινε?
- Όχι δεν είναι αυτο... Κι έφυγε τρέχοντας.
Ο Πέτρος έμεινε να την κοιτάει που απομακρύνεται και έμοιαζε χαμένος. Ένοιωθε ότι η γη έτρεμε. Αυτή η μυστηριώδης φυγή της Νίκης στρυφογυρνούσε συνέχεια στο μυαλό του και τα βράδυα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έχει περάσει ένας μήνας και δεν έχει νέα της. Αρνούταν το φαγητό που του έδινε η μαμά του, να παίζει με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς του, να χαμογελάει. Γέμιζε τον κόσμο γύρω του θλίψη και απαισιοδοξία. Σε τέτοιο σημείο που όλοι αναρωτιότουσαν τι του συνέβη κι έχασε εκείνο το χαμόγελο που έκανε τους πάντες να γεμίζουν αισιοδοξία. Μια μέρα η μαμά του πιάνει τον Πέτρο να κάθεται μόνος του στο δωμάτιο, σκίζοντας κάτι ζωγραφιές που είχε κάνει για τη Νίκη.
- Πέτρο, παιδί μου, θέλεις να μου πεις τι έχεις? Νομίζω ότι έχω τις απατήσεις που γυρεύεις.
- Η αδερφή μου έφυγε και δε θέλει να με ξαναδει.
- Ξέρω ότι ήταν σαν αδερφή σου αλλά δεν είναι. Αν ήταν, θα ήταν εδώ, γιατί είμαστε κι εμείς εδώ.
- Τότε γιατί δε θέλει να με ξαναδει? Ο Πέτρος άρχιζε να κλαίει και η μαμά του μη αντέχοντας να τον βλέπει να κλαίει, αποφάσισε να του εξηγήσει τι έγινε.
- Παιδί μου, σε παρακαλώ, μην κλαις. Η Νίκη έφυγε με τους δικούς της. Επέστρεψε στην Αυστραλία, για να ζήσουν εκεί, με την γιαγιά της Νίκης, γιατί πέθανε ο παππούς της και πρέπει να μείνουν εκεί για κάποιο διάστημα. Αυτό δε σημαίνει ότι δε θέλει να σε ξαναδεί. Απλά ίσως δεν είχε τον τρόπο να σου πει ότι δε μπορεί να σε δει.
- Και πάλι ένα αντίο δε μπορούσε να μου πει? Ήρθε και μου είπε ότι δε μπορεί να ξαναπαίξει μαζί μου κι έφυγε. Έτσι απλά? Μα γιατί? Μήπως βρήκε κάποιον άλλον για να παίζει μαζί του?
Η μαμά του κατάλαβε.
- Όχι παιδί μου γλυκό. Ίσως ήταν τόσο ταραγμένη με το ότι έπρεπε να φύγει και δεν άντεχε να σε αποχαιρετήσει. Δεν άντεχε να σε δει να κλαις. Δεν άντεχε να τη δεις να κλαιει. Θα επιστρέψει όμως, θα το δεις... Και του χαμογελάει με νόημα, με το χέρι της να σκουπίζει τα δάκρυα του.
- Μαμά, δε με ενδιαφέρει. Αφού έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει, τότε κι εγώ θα την ξεχασω. Κι έφυγε τρέχοντας απ'το δωμάτιο και βγήκε για μια βόλτα στη γειτονιά. Πήγε στον κυρ-Θωμά, έναν παππούλη άστεγο, που μένει σε ένα πάρκο στην Πλάκα. Ο κυρ-Θωμάς τον συμπαθούσε γιατί έβλεπε τον εαυτό του στην ηλικία του. Του έλεγε ιστορίες απ'τα παιδικά του χρόνια και μια ιστορία για μια κοπέλα που γνώριζε είκοσι χρόνια και ήταν τόσο ευτυχισμένοι, μέχρι που έφυγε με έναν πλούσιο Γάλλο, για να ζήσουν στο Παρίσι. Ο Πέτρος τον άκουγε με όρεξη και του πήγαινε λίγο φαγητό στα κρυφά.
- Κυρ-Θωμά, σου έφερα λίγο φαϊ. Θα μου πεις ξανά την ιστορία με την Αρετή?
- Εσύ είσαι Πέτρο, παιδί μου? Έλα δίπλα μου... Θα σου πω την ιστορία, αλλά εσύ γιατί είσαι τόσο κατσούφης? Σε είχα για χαρούμενο παιδί. Μη μου πεις ότι είναι κάποια κοπέλα. Αχ αυτές οι γυναίκες, καριόλες όλες τους, τους αξίζει να τους πάρει ο διάολος έτσι όπως μας παρατάνε.
- Η αδερφή μου δεν θέλει να με ξαναδεί.
Ο κυρ-Θωμάς ήξερε για τη Νίκη. Ήξερε ότι στα μάτια του Πέτρου ήταν η χαμένη αδερφή του, αλλά ήξερε ότι ήταν κάτι παραπάνω για εκείνον. Απλά είναι ακόμα μικρός για να καταλάβει τον έρωτα.
- Πέτρο, παιδί μου, άκου. Καμιά κοπέλα δεν αξίζει τα δάκρυα μας, ακόμη κι αν είναι ο έρωτας της ζωής μας. Αλήθεια, την ερωτεύτικες?
- Την αγαπώ ναι, αλλά να την ερωτευτώ? Τι είναι αυτό? Το πρόσωπο του Πέτρου ξεχίλειζε από αθωότητα και περιέργεια μαζί. Ο κυρ-Θωμάς κατάλαβε.
- Δεν θα σου πω εγώ τι είναι ο έρωτας. Θα μάθεις με τον καιρό. Πες μου, ένιωσες τίποτα όταν σου είπε ότι δεν θέλει να σε ξαναδεί?
- Ένιωθα τη γη να τρέμει. Κι έπαψα να χαμογελώ. Θέλω να χαμογελώ. Γιατί δεν χαμογελώ?
- Μάλιστα παιδί μου... Άκου. Πήγαινε σπίτι σου και σκέψου τη ζωή σου και τι θέλεις να κάνεις. Κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα θα καταλάβεις. Σε παρακαλώ πήγαινε. Άντε. Σε ευχαριστώ για το φαγητό.
- Τίποτα... Κι επέστρεψε γρήγορα στο σπίτι του.
Όταν επέστρεψε, μετά από ώρες, βρήκε τη μαμά του στη κουζίνα και βλέποντάς τον, του χαμογελάει με νόημα. Ο Πέτρος, αν και δεν ήθελε να της μιλήσει, της κάνει ένα αχνό χαμόγελο και κλειδώνεται στο δωμάτιό του. Η μαμά του κατάλαβε. Ήταν το πρώτο δειλό βήμα του για επιστροφή στην αισιοδοξία που τον χαρακτηρίζει. Η πρώτη μέρα για τη νέα ζωή του χωρίς τη Νίκη άρχιζε. Ή μήπως όχι? Δεν του ήταν και τόσο εύκολο...
Οι μέρες πέρναγαν, εκείνος εξακολουθούσε να κλείνεται στη μοναξιά του και η μόνη του συντροφία ήταν ο κυρ-Θωμάς, που κατάφερε να τον κάνει να χαμογελά ξανά. Όποτε πήγαινε στο πάρκο, κουβέντιαζε μαζί του και μάθαινε για τη ζωή, με ή χωρίς άτομα που αγαπάμε. Οι μέρες του άρχισαν να γεμίζουν με εμπειρίες για τη ζωή και αποφάσισε να αφιερώσει χρόνο στον εαυτό του, για να γίνει ένας έφηβος, έτσι όπως ήθελε. Ήταν ακόμη μικρός για να ξέρει τι θέλει απ'τη ζωή, αλλά άρχισε να καταλαβαίνει.

Συνεχίζεται...

25 σχόλια:

K. είπε...

Πότε θα έχουμε και την συνέχεια? Πολύ καλό!
Δικό σου ε? Αληθινό ή φαντασίας?

λουνίτα! είπε...

ααα! αυτά θα κάνεις κάθε καλοκαίρι? άααντε άντε συνέχισέ το..

*ωραία περιγραφή!

sarper? είπε...

K.
Σύντομα θα έρθει και η συνέχεια. Κάτσε να σκεφτώ κάτι ακόμα καλύτερο απ'αυτό που σκέφτηκα ήδη!
Μπα, φαντασίας είναι. Παραείναι πολύ καλό για να είναι αληθινό αλλά τουλάχιστον θα θέλαμε...

sarper? είπε...

Λουνίτα
Μάλλον φταίει το ότι τα καλοκαίρια έχω έμπνευση. Δεν εξηγείται αλλιώς.
Συντονίσου για τη συνέχεια.

Blu3Th1nk3r είπε...

Ωραία περιγραφή, βέβαια το να πεις σε ένα μικρό παιδί 'σκέψου τι θα κάνεις με την ζωή σου' είναι περίεργο αλλα υποθέτω πως μερικοί το κάνουν. Καλό βράδυ.

Ανώνυμος είπε...

μας κρατας σε αγωνια...

sarper? είπε...

Βlu3th1kn3er
Ντάξει, μην τα ισοπεδώνεις κιόλας! Καλό σου βράδυ

sarper? είπε...

Ανώνυμε
Κάνε λίγη υπομονή!

Jerry Jedelou είπε...

πρόσεχε κακομοίρη μου μην έχει κακό τέλος γιατί θα σε φάω!

χαπι εντ θέλω χαπι εντ!!!!!

sarper? είπε...

Jerry
Κι αν δεν έχει καλό τέλος, τι θα συμβεί δηλαδή? Βαρεθήκαμε τις ιστορίες με χάπι έντ! Συντονίσου...

Jerry Jedelou είπε...

που τα βλεπεις εσυ παιδι μου τα χαπι εντ γύρω σου ε?

παιδεψε μας δε λεω.. αλλα.. κανε κάτι!
ασε μας να ελπίζουμε...:-)

sarper? είπε...

Aν μιλάς για την πραγματική ζωή, τότε ναι δεν υπάρχουν χάπι έντ. Κάτι θα κάνω όμως για το κοινό μου που κάθεται σε αναμένα κάρβουνα!

Jerry Jedelou είπε...

thanx..!!!

ελενη είπε...

περιμένουμε συνέχεια :)

Ελευθερία είπε...

Πολύ καλό sasper μου !!!!

Αν και το όνομα του αγοριού ουφ! μου θυμησε κατι απο το περιπλοκο τωρα μου...

Περιμενω τη συνεχεια !!!

sarper? είπε...

Eλευθερία
Γιατί μπερδεύεις συνέχεια το όνομά μου? Μα γιατί???
Χαχα, τεσπά.
Είσαι σε περίπλοκη φάση με έναν Πέτρο, ε? Που ξέρεις, ίσως μιλάμε για τον ίδιο! Χαχα
Συντονίσου για τη συνέχεια.

K. είπε...

Aν θες βοήθεια είμαι πρόθυμη. Γράφω κι εγώ μίνι σεναριάκια, άσχετα που δεν τα ποστάρω εδώ μέσα. Ακόμη και ερωτήσεις αν έχεις γενικά μπορώ να σε βοηθήσω.

sarper? είπε...

Κ.
Α, καλή φάση. Που τα γράφεις? Για την τηλεόραση? Αν ναι τότε όντως καλή φάση. Όταν λες ερωτήσεις, σαν τι εννοείς?

K. είπε...

Είχα γράψει ένα για την τηλεόραση αλλά το παράτησα. Είχα ξεκινήσει να γράφω κι ένα βιβλίο αλλά το παράτησα κι αυτό.
Όταν λέω ερωτήσεις, εννοώ τύπου να μου στέλνεις ξέρω γω να διαβάζω να σου λέω τη γνώμη μου. Τέτοια φάση. Γράφω χρόνια γι'αυτό στο λέω. Η πρώτη φορά που έγραψα ήταν ένα σενάριο για τους αληθινούς έρωτες στον ALPHA και μάντεψε... πήρα πούλο! χαχαχα. Τέσπα. Ό,τι θες πάντως πες μου! Θα χαρώ να βοηθήσω!

sarper? είπε...

K.
Aυτό με το βιβίο το είχα σκεφτεί κι εγώ αλλά θέλει ΑΠΕΙΡΕΣ ιδέες! Θέλει χρόνια προπόνησης στο άθλημα για να το έχεις!
Όπως και να χει, θα δούμε, σε ευχαριστώ πάντως!

K. είπε...

Μα γιαυτό το παράτησα κι εγώ. Όπως και να 'χει η προσπάθεια μετράει

Ελευθερία είπε...

Καλέ sarper σε λένε ???

Απαπα....
χαχαχα

Αλλιώς σε διάβαζα... πφφ!!
Σόρι εε ??!!

sarper? είπε...

Xαχαχα καλά τώρα δεν πειράζει Ελευθερία! Χαχα

Αγανακτισμένη Έφηβη είπε...

υπέροχο...ανατρίχιασα, πραγματικά... τι ωραίες περιγραφές...

περιμένω τη συνέχεια με ανυπομονησία!!! :)

sarper? είπε...

Αγανακτισμένη
Έρχεται! ;)